| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.247.624 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οικονομία |
0,04 sec. |
|
οικονομία economy, saving ekonomio kansantalous, talouselämä économie اقتصاد ekonomika økonomi Wirtschaft economía ekonomija economia 経済 경제 economie økonomi ekonomia economia экономия ekonomi เศรษฐกิจ ekonomi nền kinh tế 经济 ουσ θ οικονομία [ikono'mia] 2 η τάση να περιορίζω τα έξοδά μου économie κάνω οικονομία σε κτ économiser qqch 3 η τάση να μην σπαταλάω γενικότερα économie κάνω οικονομία χρόνουενέργειας économiser son temps/son énergie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|