| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.502.108 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
οικονομία |
0,01 sec. |
|
|
οικονομία economy, saving ekonomio kansantalous, talouselämä économie اقتصاد ekonomika økonomi Wirtschaft economía ekonomija economia 経済 경제 economie økonomi ekonomia economia экономия ekonomi เศรษฐกิจ ekonomi nền kinh tế 经济 икономика 經濟 הכלכלה
ουσ θ οικονομία [ikono'mia] 2 η τάση να περιορίζω τα έξοδά μου économie κάνω οικονομία σε κτ économiser qqch 3 η τάση να μην σπαταλάω γενικότερα économie κάνω οικονομία χρόνουενέργειας économiser son temps/son énergie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|