| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.507.396 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
οικονομικός |
0,01 sec. |
|
|
οικονομικός economic, financial financa économique, financier اقتصادى ekonomický økonomisk wirtschaftlich económico talous- ekonomski economico 経済の 경제학의 economisch økonomisk ekonomiczny económico, econômico экономический ekonomisk เกี่ยวกับเศรษฐกิจ ekonomi thuộc về kinh tế 经济学的, 经济 икономически 經濟 כלכלית
επίθ α / θ / ουδ οικονομικός, οικονομική, οικονομικό [ikonomi'kos, ikonomi'ci, ikonomi'ko] 1 σχετικός με την οικονομία économiquefinancier/-ière oι οικονομικές επιστήμες les sciences économiques οικονομική βοήθεια une aide financière 2 σχετικός με την τάση να μην ξοδεύει κν économique οικονομική συσκευασία un emballage économique οικονομική συσκευή un appareil économique ουσ ουδ πληθυντικός οικονομικά [ikonomi'ka] 1 οι οικονομικές επιστήμες sciences économiquesétudes d'économie σπουδάζω οικονομικά faire des études d'économie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|