Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.115.978 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

οικονομικό έτος

0,09 sec.
οικονομικό έτος سنة ضريبية, سَنة مالية
οικονομικό έτος finanční rok, fiskální rok
οικονομικό έτος finansår
οικονομικό έτος Finanzjahr, Rechnungsjahr
οικονομικό έτος financial year, fiscal year
οικονομικό έτος año fiscal, ejercicio fiscal
οικονομικό έτος tilivuosi, verovuosi
οικονομικό έτος exercice comptable
οικονομικό έτος financijska godina, fiskalna godina
οικονομικό έτος anno fiscale, esercizio finanziario
οικονομικό έτος 会計年度
οικονομικό έτος 회계 연도
οικονομικό έτος belastingjaar, boekjaar
οικονομικό έτος regnskapsår, skatteår
οικονομικό έτος rok budżetowy, rok finansowy
οικονομικό έτος ano financeiro, ano fiscal
οικονομικό έτος räkenskapsår, skatteår
οικονομικό έτος ปีงบประมาณ
οικονομικό έτος mali yıl
οικονομικό έτος năm tài chính
οικονομικό έτος 会计年, 财政年度


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.