| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.479.434 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οινοπνευματώδης |
0,02 sec. |
|
οινοπνευματώδης كحولي alkoholický alkoholisk alkoholisch alcoholic alcohólico alkoholi- alcoolisé alkoholičan alcolico アルコールの 알코올의 alcoholisch alkoholholdig alkoholowy alcoólico алкогольный alkholhaltig ซึ่งติดเหล้า alkollü nghiện rượu 含酒精的 επίθ α/θ / ουδ οινοπνευματώδης, οινοπνευματώδες [inopnevma'toðis, inopnevma'toðes] που περιέχει οινόπνευμα alcoolisé/-ée οινοπνευματώδες ποτό une boisson alcoolisée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|