| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.646.370 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ολέθριος |
0,01 sec. |
|
ολέθριος destruktiv catastrophic, destructive, baleful, pernicious distruttivo επίθ α / θ / ουδ ολέθριος, ολέθρια, ολέθριο [o'leθrios, o'leθria, o'leθrio] καταστροφικός funestedésastreux/-euse ολέθριες επιπτώσεις des conséquences funestes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|