| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.516.112 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ολοκλήρωση |
0,01 sec. |
|
|
ολοκλήρωση calcul intégral completion zakończenie 完成 完成 dokončení 완료
ουσ θ ολοκλήρωση [olo'klirosi] το να τελειώνει κτ finition; achèvement η ολοκλήρωση οικοδομής l'achèvement d'une construction Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|