| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.516.778 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ολόκληρος |
0,01 sec. |
|
|
ολόκληρος whole, complete, entire целый سليم, صحيح celý, veškerý hel, hele ganz entero koko, kokonainen entier čitav intero 全体の 전체의 hele, volledig hel całkowity, cały inteiro fullständig, hel ทั้งหมด bütün toàn bộ 全部的, 完整的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|