| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.286.545 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ομαλός |
0,03 sec. |
|
ομαλός regular, normal طبيعي normální normal normal normal normaali normal normalan normale 普通の 정상의 normaal normal normalny normal нормальный normal ปรกติ normal bình thường 正常的 επίθ α / θ / ουδ ομαλός, ομαλή, ομαλό [οma'los, oma'li, οma'lo] 2 κανονικός, προβλέψιμος normal/-ale ομαλές εξελίξεις des évolutions normales ομαλή προσγείωση un atterrissage normal Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|