| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.302.829 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ομιλητικός |
0,01 sec. |
|
ομιλητικός talkative ثرثار upovídaný snakkesalig gesprächig conversador puhelias bavard govorljiv loquace 話好きな 말이 많은 praatgraag pratsom rozmowny tagarela разговорчивый pratsam ช่างพูด konuşkan hay nói 爱说话的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|