| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.977.480 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ομογενής |
0,01 sec. |
|
ομογενής congénère, homogène ουσ α/θ ομογενής [omoʝe'nis] κάτοικος εξωτερικού ίδιας εθνικότητας grec de l'étrangergrecque de l'étranger Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|