| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.415.536 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ομοιογένεια |
0,02 sec. |
|
ομοιογένεια homogeneity homogénéité ουσ θ ομοιογένεια [omio'jenia] 1 έλλειψη ξένων στοιχείων στη σύσταση homogénéité ομοιογένεια υλικών l'homogénéité matérielle 2 ίση αναλογία στοιχείων σε έναν τομέα homogénéité πολιτισμικήγλωσσική ομοιογένεια une homogénéité culturelle/linguistique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|