| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.505.908 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ομορφαίνω |
0,04 sec. |
|
ομορφαίνω ρ μετβ ομορφαίνω [omor'feno] κάνω κτ ή κπ να είναι πιο όμορφος embellir Η αγάπη σε ομορφαίνει. L'amour t'embellit. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|