| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.098.200 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ομοσπονδία |
0,04 sec. |
|
ομοσπονδία щат føderation Bundesland federation fédération федерация ουσ θ ομοσπονδία [omospon'ðia] 1 ένωση κρατών με κοινό Σύνταγμα fédération ομοσπονδία κρατών une fédération d'États 2 ένωση οργανώσεων, συλλόγων κ.λπ. fédération ποδοσφαιρική ομοσπονδία une fédération de football Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|