| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.997.420 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ομόφωνος |
0,04 sec. |
|
ομόφωνος homophone, unanimous homophone, unanime إجماعي jednohlasný enstemmig einstimmig unánime yksimielinen jednoglasan unanime 満場一致の 만장 일치인 unaniem enstemmig jednomyślny unânime единогласный enhällig เป็นเอกฉันท์ oybirliğiyle nhất trí 一致同意的 επίθ α / θ / ουδ ομόφωνος, ομόφωνη, ομόφωνο [o'mofonos, ο'mofoni, o'mofono] επίρρ ομόφωνα [o'mofona] χωρίς διαφωνία à l'unanimité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|