Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.125.347 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

οξύς

0,02 sec.
οξύς acide, aigu, aigre, aigri, hargneux, revêche acid, acute ácido
επίθ α / θ / ουδ οξύς, οξεία, οξύ [o'ksis, o'ksia, o'ksi]
1 δυνατός robustevigoureux/-euse
οξύς πόνος une douleur aiguë
2 διαπεραστικός perçant/-ante
οξύς ήχος un son aigu
3 ευαίσθητος sentimental
οξεία ακοή une ouie fine
4 που εξελίσσεται γρήγορα aigu
οξεία σκωληκοειδίτιδα une appendicite aiguë
οξεία γωνία
γωνία μικρότερη από 90 μοίρες un angle aigu
ουσ ουδ οξύ είδος χημικής ένωσης acide


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.