Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.224.647 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

οπίσθιος

0,02 sec.
οπίσθιος hinder, back
οπίσθιος posterior, traseiro
οπίσθιος متجه خلفاً
οπίσθιος zadní
οπίσθιος bag-
οπίσθιος rückständig
οπίσθιος trasero
οπίσθιος taka-
οπίσθιος revenu
οπίσθιος stražnji
οπίσθιος posteriore
οπίσθιος 後ろの
οπίσθιος 뒤의
οπίσθιος achter
οπίσθιος bakre
οπίσθιος tylny
οπίσθιος задний
οπίσθιος bak-
οπίσθιος ซึ่งผ่านมาแล้ว ซึ่งอยู่ด้านหลัง
οπίσθιος arka
οπίσθιος ở phía sau
οπίσθιος 后面的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.