| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.861.506 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οπισθοδρομικός |
0,01 sec. |
|
οπισθοδρομικός rétrograde επίθ α / θ / ουδ οπισθοδρομικός, οπισθοδρομική, οπισθοδρομικό [opisθoðromi'kos, οpisθoðromi'ci, opisθoðromi'ko] που έχει ξεπερασμένες ιδέες rétrograde οπισθοδρομική κοινωνία une société rétrograde Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|