| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.486.404 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οπλίζω |
0,01 sec. |
|
οπλίζω ρ μετβ οπλίζω [o'plizo] 1 βάζω σε λειτουργία armercharger οπλίζω το τουφέκι armer le fusil Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|