Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.540.713 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

οπωσδήποτε

0,03 sec.
οπωσδήποτε بأي طريقة stejně på må og få jedenfalls anyhow, certainly de cualquier manera mitenkään quoi qu’il en soit svakako comunque とにかく 어쨌든 hoe dan ook uansett byle jak de qualquer maneira, certamente каким бы то ни было образом på något sätt กรณีใดๆ her halükarda dù sao đi nữa 无论如何, 当然 със сигурност 當然 בהחלט
επίρρ οπωσδήποτε [opoz'ðipote]
1 χωρίς καμία αμφιβολία d'une manière ou d'une autre
Θα πάμε οπωσδήποτε διακοπές. Nous irons en vacances d'une manière ou d'une autre.
2 με κάθε τρόπο de toute façon
Πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε τελειώσει πριν έρθουν. De toute façon nous devons avoir terminé avant qu'ils arrivent.
3 βέβαια bien entendubien sûr
Θα έρθεις; Οπωσδήποτε. Tu viendras ?£££ Sans faute.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.