| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.408.117 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ορατότητα |
0,03 sec. |
|
ορατότητα visibility وضوح viditelnost synlighed Sicht visibilidad näkyvyys visibilité vidljivost visibilità 視界 시계 zichtbaarheid synlighet widoczność visibilidade видимость synlighet ทัศนวิสัย görüş tầm nhìn 可见度 ουσ θ ορατότητα [ora'totita] η δυνατότητα όρασης visibilité περιορισμένη ορατότητα une visibilité restreinte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|