| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.792.012 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οργάνωση |
0,02 sec. |
|
οργάνωση organisme, organisation организация منظمة organizace organisation Organisation organization organización järjestö organizacija organizzazione 組織 조직 organisatie organisasjon organizacja organização organisation องค์กร organizasyon tổ chức 组织 ουσ θ οργάνωση [or'ɣanosi] 1 το να οργανώνει κν κτ organisation η οργάνωση μιας γιορτής l'organisation d'une fête καλήκακή οργάνωση une bonne/une mauvaise organisation 2 ομάδα ατόμων με κοινούς στόχους organisation οικολογική οργάνωση une organisation écologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|