| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.957.406 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οργανώνω |
0,03 sec. |
|
οργανώνω mastermind, organize يُنَظِم zorganizovat organisere organisieren organizar järjestää organiser organizirati organizzare 組織する 조직하다 organiseren organisere zorganizować organizar организовывать organisera การจัดการ organize etmek tổ chức 组织 ρ μετβ οργανώνω [orɣa'nono] ρ μεσοπαθ οργανώνομαι [orɣa'nonome] βάζω σύστημα στις δραστηριότητές μου s'organiser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|