| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.590.826 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ορεινός |
0,01 sec. |
|
ορεινός mountain, mountainous جبلي hornatý bjergrig gebirgig montañoso vuoristoinen montagneux planinski montagnoso 山の多い 산이 많은 bergachtig fjellendt górzysty montanhoso гористый bergig เต็มไปด้วยภูเขา dağlık có núi 多山的 επίθ α / θ / ουδ ορεινός, ορεινή, ορεινό [ori'nos, οri'ni, οri'no] που βρίσκεται σε βουνό montagneux/-euse ορεινό χωριό un village montagneux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|