Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.357.788 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ορθογώνιο

0,01 sec.
ορθογώνιο rectangle
ορθογώνιο مستطيل
ορθογώνιο obdélník
ορθογώνιο rektangel
ορθογώνιο Rechteck
ορθογώνιο rectángulo
ορθογώνιο suorakaide
ορθογώνιο rectangle
ορθογώνιο pravokutnik
ορθογώνιο rettangolo
ορθογώνιο 長方形
ορθογώνιο 직사각형
ορθογώνιο rechthoek
ορθογώνιο rektangel
ορθογώνιο prostokąt
ορθογώνιο rectângulo, retângulo
ορθογώνιο прямоугольник
ορθογώνιο rektangel
ορθογώνιο สี่เหลี่ยมผืนผ้า
ορθογώνιο dikdörtgen
ορθογώνιο hình chữ nhật
ορθογώνιο 长方形


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.