| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.657.478 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οριστικά |
0,02 sec. |
|
οριστικά definitively, definitely οριστικά définitivement, assurément οριστικά بكل تأكيد οριστικά rozhodně οριστικά bestemt οριστικά zweifellos οριστικά indudablemente οριστικά ehdottomasti οριστικά definitivno οριστικά definitivamente οριστικά 明確に οριστικά 명확히 οριστικά absoluut οριστικά absolutt οριστικά zdecydowanie οριστικά definitivamente οριστικά определенно οριστικά definitivt οριστικά อย่างแน่นอน οριστικά kesinlikle οριστικά dứt khoát οριστικά 肯定地 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|