Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.470.737 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

οριστικοποιώ

0,02 sec.
οριστικοποιώ يُنْهي
οριστικοποιώ dokončit
οριστικοποιώ lægge sidste hånd på
οριστικοποιώ beenden
οριστικοποιώ finalize
οριστικοποιώ ultimar
οριστικοποιώ viimeistellä
οριστικοποιώ finaliser
οριστικοποιώ finalizirati
οριστικοποιώ ultimare
οριστικοποιώ 決定的にする
οριστικοποιώ 마무리하다
οριστικοποιώ finaliseren
οριστικοποιώ avslutte
οριστικοποιώ sfinalizować
οριστικοποιώ finalizar
οριστικοποιώ завершать
οριστικοποιώ slutföra
οριστικοποιώ ทำให้เสร็จสมบูรณ์
οριστικοποιώ sonlandırmak
οριστικοποιώ hoàn tất
οριστικοποιώ 定案


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.