| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.470.737 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οριστικοποιώ |
0,02 sec. |
|
οριστικοποιώ يُنْهي οριστικοποιώ dokončit οριστικοποιώ lægge sidste hånd på οριστικοποιώ beenden οριστικοποιώ finalize οριστικοποιώ ultimar οριστικοποιώ viimeistellä οριστικοποιώ finaliser οριστικοποιώ finalizirati οριστικοποιώ ultimare οριστικοποιώ 決定的にする οριστικοποιώ 마무리하다 οριστικοποιώ finaliseren οριστικοποιώ avslutte οριστικοποιώ sfinalizować οριστικοποιώ finalizar οριστικοποιώ завершать οριστικοποιώ slutföra οριστικοποιώ ทำให้เสร็จสมบูรณ์ οριστικοποιώ sonlandırmak οριστικοποιώ hoàn tất οριστικοποιώ 定案 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|