| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.209.227 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οριστικός |
0,03 sec. |
|
οριστικός definite, definitive, indicative واضح jednoznačný klar bestimmt definitivo ehdoton définitif definitivan preciso 明確な 명확한 welomlijnd avgrenset określony definido определенный bestämd แน่นอน kesin rõ ràng 确切的 επίθ α / θ / ουδ οριστικός, οριστική, οριστικό [oristi'kos, oristi'ci, οristi'ko] που δεν αλλάζει πια définitif/-ive οριστική απόφαση une décision définitive επίρρ οριστικά [oristi'ka] τελειωτικά, χωρίς δυνατότητα αλλαγής définitivement Χωρίσαμε οριστικά. Nous nous sommes séparés définitivement. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|