| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.161.324 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ορμώ |
0,04 sec. |
|
ορμώ rush, dash, hurtle, pour يندفع pádit fare eilen correr, hacer añicos rynnätä se presser jurnuti precipitarsi 突進する 돌진하다 vooruitstormen styrte popędzić sair apressadamente мчаться störta ถลาไปอย่างรวดเร็ว hızla koşmak lao tới 猛冲 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|