| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.631.679 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ουλή |
0,02 sec. |
|
ουλή ندبة jizva ar Narbe scar cikatro alforza, cicatriz arm arpi cicatrice צלקת rif, ožiljak forradás cicatrice 瘢痕, 傷痕 흉터 blizna rēta litteken, wondteken blizna cicatriz cicatrice рубец, шрам jazva brazgotina риф ärr kovu แผลเป็น yara izi, yara скеля, стрімчак 伤疤, 伤痕 arr vết sẹo ουσ θ ουλή [u'li] το σημάδι από κλεισμένη πληγή cicatrice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|