| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.627.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ουσιαστικός |
0,02 sec. |
|
ουσιαστικός substantial, essential جَوهَري nezbytný essentiel wesentlich esencial välttämätön essentiel suštinski essenziale 最も重要な 근본적인 essentieel vesentlig zasadniczy essencial существенный väsentlig ซึ่งสำคัญ zorunlu thiết yếu 实质的 επίθ α / θ / ουδ ουσιαστικός, ουσιαστική, ουσιαστικό [usiasti'kos, usiasti'ci, usiasti'ko] που έχει νόημα, σημαντικός substantiel/-ielleessentiel/-ielle ουσιαστική συζήτηση une discussion substantielle ουσιαστική διαφορά une différence essentielle επίρρ ουσιαστικά [usiasti'ka] ουσ ουδ ουσιαστικό μέρος του λόγου substantif Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|