Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.839.801 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

οφειλόμενα

0,02 sec.
οφειλόμενα متأخرات
οφειλόμενα nedoplatky
οφειλόμενα restance
οφειλόμενα Rückstände
οφειλόμενα arrears
οφειλόμενα atrasos
οφειλόμενα rästit
οφειλόμενα arriéré
οφειλόμενα zaostaci
οφειλόμενα arretrati
οφειλόμενα 未払金
οφειλόμενα 연체금
οφειλόμενα achterstand
οφειλόμενα (rest)gjeld
οφειλόμενα zaległości
οφειλόμενα dívidas, em atraso
οφειλόμενα долги
οφειλόμενα resterande skulder
οφειλόμενα เงินค้างชำระ
οφειλόμενα vadesi geçmiş borç
οφειλόμενα tiền còn nợ
οφειλόμενα 欠账


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.