| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.347.703 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
οφθαλμαπάτη |
0,02 sec. |
|
οφθαλμαπάτη ουσ θ οφθαλμαπάτη [ofθalma'pati] το να νομίζει κν ότι βλέπει κτ που δεν υπάρχει illusion d'optique |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|