| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.496.722 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οχετός |
0,01 sec. |
|
οχετός conduit, drain, gutter, sewer, drainpipe أنبوب التصريف odpadní roura nedløbsrør Abflussrohr caño del desagüe ränni gouttière odvodna cijev grondaia 排水管 배수관 rioolbuis avløpsrør rura odpływowa cano de escoamento водосточная труба avloppsrör ท่อระบายน้ำ atık borusu ống thoát nước 排水管 ουσ α οχετός [oçe'tos] ο υπόνομος égout Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|