Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.064.947 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πάγια εντολή

0,04 sec.
πάγια εντολή أمر دفع شهري
πάγια εντολή trvalý příkaz
πάγια εντολή stående ordre
πάγια εντολή Dauerauftrag
πάγια εντολή standing order
πάγια εντολή orden permanente de pago
πάγια εντολή maksupalvelusopimus
πάγια εντολή virement automatique
πάγια εντολή trajni nalog
πάγια εντολή ordine permanente
πάγια εντολή 自動振替
πάγια εντολή 자동 대체의 의뢰
πάγια εντολή automatische overschrijving
πάγια εντολή fast betalingsoppdrag
πάγια εντολή zlecenie stałe
πάγια εντολή débito em conta
πάγια εντολή stående betalningsuppdrag
πάγια εντολή เงินเฉพาะจำนวนที่ให้ธนาคารจ่าย
πάγια εντολή banka ödeme emri
πάγια εντολή lệnh trả tiền
πάγια εντολή 定额扣款


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.