Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.562.681 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πάλη

0,04 sec.
πάλη struggle, wrestling lutte, catch luptă كفاح, مصارعة velké úsilí, zápas brydning, kamp Kampf, Ringkampf lucha kamppailu, paini borba, hrvanje lotta レスリング, 苦闘 고투, 레슬링 worstelen, worsteling besvær, bryting walka, zapaśnictwo esforço, luta livre борьба brottning, kamp การแข่งขันมวยปล้ำ, ความพยายาม güreş, mücadele cuộc đấu tranh, môn đấu vật 挣扎, 摔跤
ουσ θ πάλη ['pali]
1 αθλητικός ή πολεμικός αγώνας σώμα με σώμα lutte
η ρωμαϊκή πάλη la lutte gréco-romaine
2 αγώνας για επίτευξη σκοπού lutte
η πάλη με το θάνατο la lutte contre la mort
η πάλη εναντίον του τσιγάρου la lutte contre la cigarette
η πάλη εναντίον της αδικίας la lutte contre l'injustice


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.