| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.581.649 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πάλι |
0,03 sec. |
|
|
πάλι wieder again, anew à nouveau, de nouveau, encore مرة ثانية opět igen otra vez taas opet ancora 再び 다시 weer igjen znowu novamente вновь igen อีกครั้ง yine lại 再次 отново 再次 שוב
επίρρ πάλι ['pali] 1 ξανά, για άλλη μια φορά à nouveau Θα έρθω πάλι. Je reviendrai. 2 δηλώνει αντίθεση en revanche Εγώ βγαίνω, αυτός πάλι κάθεται συνέχεια μέσα. Moi j'aime sortir, en revanche, lui, il reste toujours à l'intérieur. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|