| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.170.925 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πάσχων από αεροναυτία |
0,02 sec. |
|
πάσχων από αεροναυτία دُوار البحر πάσχων από αεροναυτία stížený letadlovou nemocí πάσχων από αεροναυτία luftsyg πάσχων από αεροναυτία flugkrank πάσχων από αεροναυτία airsick πάσχων από αεροναυτία mareado πάσχων από αεροναυτία pahoinvoiva lentokoneessa πάσχων από αεροναυτία malade en avion πάσχων από αεροναυτία koji osjeća mučninu pri letenju πάσχων από αεροναυτία avere il mal d’aria πάσχων από αεροναυτία 飛行機に酔った πάσχων από αεροναυτία 비행기 멀미가 난 πάσχων από αεροναυτία luchtziek πάσχων από αεροναυτία flysyk πάσχων από αεροναυτία cierpiący na chorobę powietrzną πάσχων από αεροναυτία com náusea devido a viagem aérea, enjoado devido a viagem aérea πάσχων από αεροναυτία страдающий воздушной болезнью πάσχων από αεροναυτία flygsjuk πάσχων από αεροναυτία เมาเครื่องบิน πάσχων από αεροναυτία uçak tutmuş πάσχων από αεροναυτία say máy bay πάσχων από αεροναυτία 晕机 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|