Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.023.032 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πέρασμα

0,02 sec.
πέρασμα pass, passage, passing passage, col مجاز, ممر průchod, soutěska pas, passage Bergpass, Durchfahrt paso sola, väylä klanac, prolaz passaggio, passo 峠, 通路 오솔길, 통로 bergpas, passage fjellovergang, passasje droga, przełęcz desfiladeiro, passagem проход, ущелье bergspass, passage ช่องแคบ, ทางเดิน geçit đèo, lối đi 关口, 通道
ουσ ουδ πέρασμα ['perazma]
1 άνοιγμα trou
επικίνδυνο πέρασμα un passage dangereux
2 το να περνάει κν από κάπου passage
Θα κάνω ένα σύντομο πέρασμα από το χωριό. Je ferai un bref passage dans le village.
3 μετάβαση passage
το πέρασμα στην εφηβεία le passage à l'adolescence
4 το να περνάει ο καιρός passage
το πέρασμα του χρόνου le passage du temps


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.