| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.063.958 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πέστροφα |
0,02 sec. |
|
πέστροφα pstruh örred, ørred Forelle trout trucha taimen truite pastrva pisztráng silungur upėtakis forele beekforel, forel ørret truta postrv سمك السَّلْمون المُرَقَّط trota マス 송어 pstrąg форель forell ปลาจำพวกหนึ่งมีลักษณะคล้ายปลาแซลม่อน alabalık cá hồi 鳟鱼 ουσ θ πέστροφα ['pestrofa] ψάρι που ζει σε ποτάμια truite Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|