| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.606.351 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πέφτω |
0,02 sec. |
|
|
πέφτω fall, crash, lapse, plunge, slump, topple, tumble tomber cădea يَقَع upadnout falde fallen caer pudota pasti cadere 落ちる 추락하다 vallen falle spaść cair падать ramla หล่น düşmek ngã 落下
ρ αμετβ πέφτω ['pefto] 3 βουτάω tomberse jeter πέφτω στο νερό tomber dans l'eau 4 ξαπλώνω aller au lit 6 μπαίνω σε διαφορετική κατάσταση sombrer πέφτω σε κατάθλιψη sombrer dans la dépression 7 μειώνομαι σε ένταση ή ποιότητα chuterbaisser Πέφτει η θερμοκρασία. La température chute. Πέφτει το επίπεδο ζωής. Le niveau de vie baisse. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|