Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.541.296 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πίστη

0,02 sec.
πίστη creed, faith, belief, loyalty fido foi credinţă إيمان víra tro Glaube fe usko vjera fede 信念 믿음 geloof tro wiara вера tro ความศรัทธา inanç niềm tin 信念
ουσ θ πίστη ['pisti]
1 λατρεία foi
η πίστη στο Θεό la foi en Dieu
2 αφοσίωση fidélité
η πίστη σε παραδοσιακές αρχές la fidélité aux principes traditionnels
3 εμπιστοσύνη confiance; foi
η πίστη στις δυνάμεις μου la confiance en ses propres forces
4 βεβαιότητα, πεποίθηση croyance
η πίστη ότι όλοι είναι καλοί la croyance que tout le monde est bon


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.