| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.614.029 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παίζω |
0,02 sec. |
|
|
παίζω spielen play, act jouer juca يَعْزِف, يلعب hrát spille jugar, tocar pelata, soittaa igrati, svirati giocare, suonare 演奏する, 競技を行う 시합을 하다, 연주를 하다 spelen spille zagrać jogar, tocar играть spela เล่น, เล่นดนตรี çalmak, oynamak chơi 扮演, 进行比赛
ρ μετβ παίζω ['pezo] 5 παρουσιάζω, ανεβάζω jouermonter (une pièce) Θα παίξουμε Άμλετ φέτος. On va monter Hamlet cette année. παίζω (άσχημο) παιχνίδι σε κπ στήνω παγίδα σε κπ jouer un tour à qqn ρ αμετβ παίζω 1 δίνω αγώνα jouer Η ομάδα μου παίζει σήμερα. Mon équipe joue aujourd'hui. 2 λειτουργώ fonctionner Η τηλεόραση δεν παίζει. La télévision ne fonctionne plus. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|