Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.614.952 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παίρνω συνέντευξη

0,01 sec.
παίρνω συνέντευξη يُجْري مقابلة
παίρνω συνέντευξη udělat pohovor
παίρνω συνέντευξη interviewe
παίρνω συνέντευξη ein Vorstellungsgespräch führen
παίρνω συνέντευξη interview
παίρνω συνέντευξη entrevistar
παίρνω συνέντευξη haastatella
παίρνω συνέντευξη interviewer
παίρνω συνέντευξη razgovarati s
παίρνω συνέντευξη intervistare
παίρνω συνέντευξη 面接する
παίρνω συνέντευξη 면담하다
παίρνω συνέντευξη interviewen
παίρνω συνέντευξη intervjue
παίρνω συνέντευξη przeprowadzić wywiad
παίρνω συνέντευξη entrevistar
παίρνω συνέντευξη интервьюировать
παίρνω συνέντευξη intervjua
παίρνω συνέντευξη สัมภาษณ์
παίρνω συνέντευξη görüşme yapmak
παίρνω συνέντευξη phỏng vấn
παίρνω συνέντευξη 面谈


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.