| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.031.702 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παζαρεύω |
0,02 sec. |
|
παζαρεύω haggle, bargain negocia يُساوِم smlouvat tinge feilschen regatear tinkiä marchander cjenjkati se contrattare うるさく値切る 값을 끈질기게 깎다 kibbelen prute utargować regatear торговаться pruta ต่อรองราคา pazarlık etmek mặc cả 争价 ρ μετβ παζαρεύω [paza'revo] συζητάω για τιμή προϊόντος με σκοπό να τη μειώσω marchander παζαρεύω μία τιμήένα σπίτι marchander un prix/le prix d'une maison Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|