Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.243.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παθαίνω βλάβη

0,03 sec.
παθαίνω βλάβη يَتعطل
παθαίνω βλάβη porouchat (se)
παθαίνω βλάβη bryde sammen
παθαίνω βλάβη kaputtgehen
παθαίνω βλάβη break down
παθαίνω βλάβη averiarse
παθαίνω βλάβη hajota
παθαίνω βλάβη tomber en panne
παθαίνω βλάβη raspasti se
παθαίνω βλάβη abbattere
παθαίνω βλάβη 故障する
παθαίνω βλάβη 고장 나다
παθαίνω βλάβη kapot gaan
παθαίνω βλάβη bryte sammen
παθαίνω βλάβη przełamać
παθαίνω βλάβη falhar
παθαίνω βλάβη разбить
παθαίνω βλάβη bryta samman
παθαίνω βλάβη ใช้งานไม่ได้
παθαίνω βλάβη bozulmak
παθαίνω βλάβη hỏng
παθαίνω βλάβη 坏掉了


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.