| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.243.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παθαίνω βλάβη |
0,03 sec. |
|
παθαίνω βλάβη يَتعطل παθαίνω βλάβη porouchat (se) παθαίνω βλάβη bryde sammen παθαίνω βλάβη kaputtgehen παθαίνω βλάβη break down παθαίνω βλάβη averiarse παθαίνω βλάβη hajota παθαίνω βλάβη tomber en panne παθαίνω βλάβη raspasti se παθαίνω βλάβη abbattere παθαίνω βλάβη 故障する παθαίνω βλάβη 고장 나다 παθαίνω βλάβη kapot gaan παθαίνω βλάβη bryte sammen παθαίνω βλάβη przełamać παθαίνω βλάβη falhar παθαίνω βλάβη разбить παθαίνω βλάβη bryta samman παθαίνω βλάβη ใช้งานไม่ได้ παθαίνω βλάβη bozulmak παθαίνω βλάβη hỏng παθαίνω βλάβη 坏掉了 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|