Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.988.606 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παθητικός

0,01 sec.
παθητικός passive, resigned passif, pathétique سلبي pasivní passiv passiv pasivo passiivinen pasivan passivo 受身の 수동적인 passief passiv bierny passivo пассивный passiv อยู่เฉยๆ pasif bị động 被动的
επίθ α / θ / ουδ παθητικός, παθητική, παθητικό [paθiti'kos, paθiti'ci, paθiti'ko]
1 που δεν είναι ενεργητικός passif/-ive
παθητική στάση une position/une attitude passive
2 που εκφράζει πάθος pathétique
παθητικό τραγούδι une chanson pathétique
3 για ρήματα των οποίων το υποκείμενο υφίσταται ενέργεια passif
παθητικά ρήματα les verbes passifs
η παθητική φωνή la voix passive


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.