| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.622.340 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παθητικός |
0,01 sec. |
|
|
παθητικός passive, resigned passif, pathétique سلبي pasivní passiv passiv pasivo passiivinen pasivan passivo 受身の 수동적인 passief passiv bierny passivo пассивный passiv อยู่เฉยๆ pasif bị động 被动的, 被动 被動 פסיבי
επίθ α / θ / ουδ παθητικός, παθητική, παθητικό [paθiti'kos, paθiti'ci, paθiti'ko] 2 που εκφράζει πάθος pathétique παθητικό τραγούδι une chanson pathétique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|