| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.627.649 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παθολογία |
0,01 sec. |
|
|
παθολογία pathology patologia патология pathologie patología Pathologie Patologia Patologia Патология 病理学 病理學 Patologie Patologi פתולוגיה 病理学 병리학 Patologi
ουσ θ παθολογία [paθolo'ʝia] κλάδος ιατρικής που εξετάζει τα συμπτώματα και την εξέλιξη πάθησης pathologie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|