| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.416.473 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παθολογικός |
0,01 sec. |
|
παθολογικός compulsive, pathological επίθ α / θ / ουδ παθολογικός, παθολογική, παθολογικό [paθoloʝi'kos, paθoloʝi'ci, paθoloʝi'ko] 1 σχετικός με πάθηση pathologique παθολογικό πρόβλημα un problème pathologique 2 υπερβολικός, εκτός ορίων pathologique παθολογική αγάπη un amour pathologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|