| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.628.637 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παιδί |
0,02 sec. |
|
|
παιδί kind ولد, غِر, غلام дете criatura, infant, nen dítě, děcko barn Kind child, children, bairn, boyo, cove, guy, kid, lad infano hija, hijo, chaval, chiquillo, niño lapsi enfant, gosse बेटा, बेटी gyerek, gyermek anak barn figlia, figlio, bambino 子, 子供 어린이, 아이 puer kind barn, unge dziecko criança ребёнок, малыш, ребенок otrok barn, unge çocuk dijete เด็ก đứa trẻ 孩子, 小孩
ουσ ουδ παιδί [pe'ði] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|