| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.580.895 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παιδαγωγικός |
0,03 sec. |
|
παιδαγωγικός pédagogique επίθ α / θ / ουδ παιδαγωγικός, παιδαγωγική, παιδαγωγικό [peðaɣoʝi'kos, peðaɣoʝi'ci, peðaɣoʝi'ko] σχετικός με την παιδεία pédagogique παιδαγωγική μέθοδος une méthode pédagogique ουσ ουδ πληθυντικός παιδαγωγικά [peðaɣoʝi'ka] η επιστήμη που διδάσκει τις αρχές της διδασκαλίας και των παιδαγωγικών μεθόδων pédagogie; études pédagogiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|